
Προχθές σκεφτόμουν γιατί δυσκολεύομαι στη ζωή μου να αγαπάω τον εαυτό μου, να του δείχνω αγάπη, στοργή και προσοχή. Και τότε κατάλαβα πως η μητέρα μου και η γιαγιά μου ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι που μου έδωσαν άπλετη αγάπη, χωρίς ποτέ να ζητήσουν κάτι σε αντάλλαγμα.
Η μαμά μου δούλευε πολύ. Από τότε που τη θυμάμαι, έκανε δύο δουλειές, για να έχουμε ό,τι χρειαζόμασταν και να μη μας λείψει τίποτα. Δεν είχε πολλή βοήθεια· έπρεπε να βρίσκει τρόπο μόνη της να μεγαλώσει δύο παιδιά, μέσα σε μια κοινωνία που την ήθελε «ζωντοχήρα» και μόνη στη ζωή.
Επειδή είχε παντρευτεί και χωρίσει, η κοινωνία —αλλά και η ίδια της η οικογένεια— θεώρησαν σωστό να της πουν πως «έκλεισε» σαν γυναίκα· πως δεν μπορεί, ούτε επιτρέπεται να συνεχίσει να ζει με υγεία και με κάποιον δίπλα της.
Μια κοινωνία που θέλει τη γυναίκα να είναι ταυτόχρονα μητέρα, σύζυγος, ερωμένη, εργαζόμενη, διαθέσιμη φίλη, άνθρωπος-σκυλί στη δουλειά της, χωρίς να γκρινιάζει, χωρίς να δείχνει αρνητικά συναισθήματα — και στο τέλος της ημέρας να λέει «δόξα τω Θεώ» και «πόσο τυχερή είμαι».
Θέλω να φωνάξω ντροπή σε όσους κρίνουν αυτές τις γυναίκες. Ντροπή σε όσους τολμούν να μιλήσουν και να πουν πώς πρέπει κάποιος να ζήσει, τι επιλογές θα κάνει, πώς θα σκεφτεί και πώς θα υπάρξει σε αυτόν τον κόσμο! Δεν είστε καλύτεροι από τους υπόλοιπους!
Πριν κρίνεις κάποιον, σκέψου πολύ καλά και δες πρώτα το πρόσωπό σου στον καθρέφτη.
Ο καθένας έχει δικαίωμα να ζήσει όπως νιώθει όμορφα — εφόσον δεν καταπατά τον δίπλα του άνθρωπο.
Πόσο τυχερή όμως να μην έχεις βοήθεια και στήριξη;
Πόσο τυχερή να μην έχεις κάποιον να σε καταλάβει και να μοιραστείς αυτά που περνάς;
Η μαμά μου θυσίασε πάρα πολλά για να μας μεγαλώσει σωστά, για να μη μας λείψει τίποτα· ούτε από υλικά αγαθά, ούτε από αγάπη. Έπαιξε τον ρόλο και του πατέρα και της μητέρας.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ, μαμά, που με βοήθησες να μεγαλώσω, να πιστέψω σε μένα και να μάθω να αγαπώ τον εαυτό μου.
Έχω μόνο μία αρνητική ανάμνηση από σένα — ότι έλειπες πολλές ώρες. Δούλευες, και θυμάμαι πως μου έλειπες. Νομίζω και στον αδερφό μου έλειπες. Θυμάμαι να γυρίζουμε σπίτι και να ρωτάμε:
«Πού είναι η μαμά; Πότε θα γυρίσει;»
Ήσουν όμως πάντα εκεί. Ο μόνος άνθρωπος που πίστευε σε μένα, που ήταν δίπλα μου χωρίς να με κρίνει, χωρίς να μου λέει τι να κάνω ή πώς να το κάνω, χωρίς να ασκεί κριτική για τα πάντα πάνω μου.
Κι έτσι, σήμερα —στη Γιορτή της Μητέρας— ήθελα να αφιερώσω αυτό το γράμμα στη μαμά μου, με μεγάλη αγάπη.
Ελπίζω, όπως εκείνη πάντα πιστεύει σε μένα και με βοηθάει, έτσι κι εγώ να είμαι δίπλα της σε ό,τι με χρειαστεί.
Γι' αυτό και το γράμμα είναι στα ελληνικά — αφιερωμένο σε εκείνη, και σε όλες τις μητέρες που κερδίζουν καθημερινά επάξια τον τίτλο «μαμά».