
Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε σταμάτησα τα social media. Μοιάζει σαν να πέρασαν χρόνια, ίσως κι πριν την πανδημία — δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Αυτό που θυμάμαι είναι η σταδιακή αλλαγή. Δεν τα χαιρόμουν πια. Ένιωθα πως ζούσα μέσα από αυτά αντί να ζω.
Τα πάντα έχαναν τη γεύση τους, το νόημά τους. Ένα ηλιοβασίλεμα δεν ήταν πια ηλιοβασίλεμα — ήταν μια φωτογραφία σε πίνακα, που περίμενε likes. Η ζωή μου γινόταν κάτι που έπρεπε να «στήσω» αντί κάτι που να νιώσω.
Κάποια στιγμή, κατάλαβα κάτι απλό αλλά δυνατό:
Το προφίλ μου δεν είμαι εγώ.
Κι οι άνθρωποι δεν είναι προφίλ.
Είμαστε πολύ πολυεπίπεδοι, πολύ αντιφατικοί, πολύ όμορφα σύνθετοι για να χωρέσουμε σε φιλτραρισμένες εικόνες ή λεζάντες δυο γραμμών. Κι όταν προσπαθούμε να χωρέσουμε εκεί, κάτι χάνεται — κάτι ουσιαστικό.
Δεν ήθελα να ζω έτσι. Κι όσο πιο πολύ έμενα σε εκείνες τις πλατφόρμες, τόσο πιο πολύ σέρνονταν μέσα μου το άγχος, αθόρυβα αλλά σταθερά. Κάποια στιγμή, ακόμα και το να μπω στο προφίλ κάποιου άλλου μου προκαλούσε δυσφορία. Κι έφυγα.
Κι αυτό μου έδωσε χώρο.
Ξαφνικά, είχα χώρο να σκεφτώ. Άρχισα να κάνω βαθύτερες κουβέντες με τους ανθρώπους γύρω μου. Έγινα πιο συνειδητή στο πώς αναζητούσα πληροφορίες, χωρίς να καταπίνω ό,τι μου σέρβιραν οι αλγόριθμοι. Ξαναδιάβασα — αληθινά — κι αναστοχάστηκα. Άρχισα να ακούω τον κόσμο κι τον εαυτό μου με πιο πολλή υπομονή.
Αλλά ενώ κέρδιζα αυτόν τον εσωτερικό πλούτο, έχανα κάτι εξίσου σημαντικό:
τη σύνδεση.
Όσο απομακρυνόμουν από τον ψηφιακό κόσμο, ο κύκλος μου μίκραινε. Κάτι φυσικό ήταν — η ζωή πάει τους ανθρώπους αλλού, πολλοί φίλοι μετακόμισαν σε άλλες χώρες. Αλλά ένα μέρος ήταν κι δικό μου. Γινόμουν πιο αθόρυβη, πιο στραμμένη προς τα μέσα.
Τώρα, είμαστε εγώ κι ο αγαπημένος μου σε μια νέα χώρα. Γνωρίζω έναν άνθρωπο εδώ. Κι ενώ έχω εξελιχθεί σε πολλά, παράλληλα φοβήθηκα. Φοβάμαι να γνωρίσω καινούριο κόσμο. Φοβάμαι πως δεν ξέρω πώς.
Μερικές φορές νιώθω πως μια μέρα ήξερα πώς να κάνω φίλους, κι την επόμενη απλά... ξέχασα.
(Ναι, ξέρω πως είναι μεταφορά — αλλά νιώθει πραγματικό.)
Αυτό το ξέχασμα έγινε σιγά-σιγά. Κλείστηκα σταδιακά στον εαυτό μου, στο όνομα της θεραπείας, του αναστοχασμού, της ξεκούρασης. Κι ενώ δεν μετανιώνω τίποτα — είμαι ευγνώμων για τη διαδρομή — μια μέρα ξύπνησα κι είδα πως δεν θυμόμουν τα βήματα της σύνδεσης.
Να γνωρίζω κόσμο τώρα μοιάζει ολοκαίνουργια εμπειρία. Ξαναανακαλύπτω πώς λες γεια, πώς κάνεις small talk, πώς διαβάζεις τη λεπτή γλώσσα της έκφρασης — κυρίως ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Σε νέα χώρα, αυτό γίνεται ακόμα πιο σύνθετο. Δεν είναι μόνο οι λέξεις, αλλά τα νοήματα κάτω από αυτές — μεταφρασμένα όχι μόνο ανάμεσα σε γλώσσες, αλλά ανάμεσα σε συναισθηματικούς τόνους κι συνήθειες.
Είναι όμορφο.
Αλλά κι δύσκολο.
Να λοιπόν εγώ.
Όχι πια «κοινωνική» με τη συμβατική έννοια.
Πιο σκεπτική.
Πιο παρούσα.
Πιο αβέβαιη.
Και μαθαίνω.
Η νευροεπιστήμη της σύνδεσης
Αποδεικνύεται πως αυτό το αίσθημα έχει βιολογική βάση.
Είμαστε κοινωνικά θηλαστικά. Ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε για σύνδεση — κυριολεκτικά. Από τη γέννηση, το νευρικό μας σύστημα βασίζεται σε άλλους για ρύθμιση, μέσω μιας διαδικασίας που λέγεται συν-ρύθμιση. Αποτελεί μέρος της πολυβαγκικής θεωρίας του Dr. Stephen Porges [2], που εξηγεί πώς το πνευμονογαστρικό νεύρο μας βοηθά να νιώθουμε ασφαλείς, συνδεδεμένοι ή απειλούμενοι, ανάλογα με τα κοινωνικά ερεθίσματα.
Όταν απομονωνόμαστε — από επιλογή, τραύμα ή τρόπο ζωής — το κοιλιακό βαγκικό σύστημα (υπεύθυνο για την κοινωνική εμπλοκή) υπολειτουργεί. Κι η σύνδεση αρχίζει να μοιάζει λιγότερο φυσική κι πιο απειλητική.
Συναισθηματικά, αυτό οδηγεί σε κάτι που μερικοί ψυχολόγοι ονομάζουν κοινωνική ατροφία — όπως οι μύες αδυνατίζουν χωρίς χρήση, έτσι κι τα κοινωνικά μας ένστικτα «σκουριάζουν» όταν μένουμε μόνοι πολύ καιρό [3].
Δεν είμαι χαλασμένη. Απλά είμαι εκτός εξάσκησης.
Πολιτισμική μετατόπιση κι η γλώσσα της σύνδεσης
Να ζεις σε νέα χώρα προσθέτει κι ένα στρώμα ακόμα. Κατάλαβα πως η σύνδεση δεν αφορά μόνο την ίδια γλώσσα — αφορά τους συναισθηματικούς κώδικες πίσω από τις λέξεις. Η οπτική επαφή, το χιούμορ, ο ρυθμός, η κουβεντούλα — όλα αλλάζουν ανάμεσα σε πολιτισμούς. Θέλει χρόνο, παρουσία, υπομονή.
Αλλά όταν κουβαλάς άγχος ή κοινωνικούς φόβους, αυτά τα μικρά πολιτισμικά κενά μοιάζουν γκρεμοί.
Κατάλαβα πως το να ξαναμάθω να συνδέομαι είναι κομμάτι της θεραπείας μου. Δεν είναι βήμα πίσω. Είναι μια επιστροφή — σε κάτι αρχέγονο, βιολογικό κι ανθρώπινο.
Αν ταυτίζεσαι...
Αν απομακρύνθηκες από τα social media κι βρέθηκες ταυτόχρονα πιο ελεύθερη κι πιο μόνη — δεν είσαι μόνη.
Αν πέρασες χρόνο θεραπεύοντας κι στη διαδρομή ξέχασες πώς να συνδέεσαι — δεν είσαι μόνη.
Αν βρίσκεσαι σε νέο μέρος κι δεν ξέρεις πώς να πλοηγηθείς στη συναισθηματική «γλώσσα» γύρω σου — δεν είσαι μόνη.
Το να ξαναμάθεις να συνδέεσαι δεν είναι αδυναμία.
Είναι εξέλιξη.
Κι αν νιώθεις φοβισμένη ή κουρασμένη ή αδέξια να ξεκινήσεις ξανά — θυμήσου:
Δεν ξεκινάς από το μηδέν.
Ξεκινάς από την εμπειρία.
Δεν ξέρω αν αυτό θα τελειώσει ποτέ, ή αν θα έρθει η μέρα που θα νιώθω λιγότερο άγχος — που θα είμαι εντάξει κοντά σε κόσμο, να πίνω καφέδες, να πηγαίνω σε πάρτι, να γελάω κι να μιλάω με άνεση.
Αλλά ξέρω αυτό:
Θα συνεχίσω να μαθαίνω. Θα συνεχίσω να ζω.
Θα προσπαθήσω.
Αυτό μπορούμε να κάνουμε.
Να κοιτάμε τη ζωή κατάματα κι να προσπαθούμε.
Γιατί;
Δύσκολη ερώτηση. Κι ο καθένας πρέπει να βρει τη δική του απάντηση.
Οι λόγοι είναι πολλοί.
Αλλά μερικές φορές, η ίδια η προσπάθεια είναι ο λόγος.
Κι αυτό αρκεί.
Ιθάκη

Κ. Π. Καβάφης
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νά ‘ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νά ‘ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νά ‘χεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμο εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θά ‘βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.